la efectividad
efectividad
efekt̪iβiðað
efektibidhadh

Ορισμός και σημασία του "efectividad"στα ισπανικά

La efectividad
01

αποτελεσματικότητα

capacidad de algo para producir el resultado deseado 
la efectividad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La efectividad del medicamento es alta. 

Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου είναι υψηλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store