Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paliativo
01
παλλιατικός, ανακουφιστικός
que alivia o disminuye un dolor o malestar sin curar la causa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paliativo
αρσενικό πληθυντικό
paliativos
θηλυκό ενικό
paliativa
θηλυκό πληθυντικό
paliativas
Παραδείγματα
El tratamiento paliativo ayuda a reducir el dolor del paciente.
Η παρηγορητική θεραπεία βοηθά στη μείωση του πόνου του ασθενούς.



























