Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prevención
[gender: feminine]
01
πρόληψη, προφύλαξη
acción de evitar o impedir que algo malo suceda
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La prevención empieza con información y conciencia.
Η πρόληψη ξεκινά με πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση.



























