Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delirar
[past form: deliré][present form: deliro]
01
παραφέρομαι
hablar cosas sin sentido o fuera de la realidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deliro
γ΄ ενικό πρόσωπο
delira
ενεστώτα μετοχή
delirando
απλός αόριστος
deliré
παθητική μετοχή
delirado
Παραδείγματα
No es serio, solo está delirando un poco.
Δεν είναι σοβαρός, απλώς παραφέρνεται λίγο.



























