muscular
mus
mus
moos
cu
ku
koo
lar
ˈlaɾ
lar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "muscular"στα ισπανικά

01

μυϊκός, μυώδης

relativo a los músculos o que tiene mucho músculo 
muscular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más muscular
συγκριτικός βαθμός
más muscular
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
muscular
αρσενικό πληθυντικό
musculares
θηλυκό ενικό
muscular
θηλυκό πληθυντικό
musculares
θεματικό πεδίο
anatomía, cuerpo, salud
Παραδείγματα
Tiene un desarrollo muscular muy fuerte. 

Έχει μια πολύ ισχυρή μυϊκή ανάπτυξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store