el choque
Pronunciation
/tʃˈoke/

Ορισμός και σημασία του "choque"στα ισπανικά

01

σύγκρουση, ατύχημα

impacto o colisión entre dos o más objetos, especialmente vehículos
el choque definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
choques
Παραδείγματα
El choque frontal fue provocado por exceso de velocidad.
Η μετωπική σύγκρουση προκλήθηκε από υπερβολική ταχύτητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store