Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La parálisis
01
παράλυση, πάρεση
pérdida total o parcial del movimiento en una parte del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
parálisis
Παραδείγματα
Después del accidente sufrió una parálisis en la pierna derecha.
Μετά το ατύχημα, υπέστη παράλυση στο δεξί του πόδι.



























