Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crónico
01
χρόνιος, διαρκής
que dura mucho tiempo o que se repite frecuentemente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más crónico
συγκριτικός βαθμός
más crónico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
crónico
αρσενικό πληθυντικό
crónicos
θηλυκό ενικό
crónica
θηλυκό πληθυντικό
crónicas
Παραδείγματα
El dolor crónico puede afectar la calidad de vida.
Ο χρόνιος πόνος μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής.



























