crónico
cró
ˈkɾo
kro
ni
ni
ni
co
ko
ko
cónico

Ορισμός και σημασία του "crónico"στα ισπανικά

01

χρόνιος, διαρκής

que dura mucho tiempo o que se repite frecuentemente 
crónico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más crónico
συγκριτικός βαθμός
más crónico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
crónico
αρσενικό πληθυντικό
crónicos
θηλυκό ενικό
crónica
θηλυκό πληθυντικό
crónicas
Παραδείγματα
El dolor crónico puede afectar la calidad de vida. 

Ο χρόνιος πόνος μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store