Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pulsación
[gender: feminine]
01
σφυγμός, παλμός
latido o movimiento rítmico del corazón o de una arteria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pulsaciones
Παραδείγματα
La pulsación rápida puede indicar estrés o ansiedad.



























