Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mareo
01
ναυτία, ναυτία
sensación desagradable que produce ganas de vomitar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El mareo me causó muchas ganas de vomitar.
Ο ίλιγγος μου προκάλεσε πολλή επιθυμία να κάνω εμετό.



























