Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ecografía
[gender: feminine]
01
υπερηχογραφία, υπερηχογράφημα
técnica médica que usa ultrasonidos para obtener imágenes internas del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ecografías
Παραδείγματα
El médico solicitó una ecografía de la rodilla.



























