Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inmóvil
01
ακίνητος, αμετακίνητος
que no se mueve o que está sin movimiento
Παραδείγματα
Me quedé inmóvil por el miedo.
Παραμένω ακίνητος από φόβο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ακίνητος, αμετακίνητος