Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inmóvil
01
ακίνητος, αμετακίνητος
que no se mueve o que está sin movimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inmóvil
συγκριτικός βαθμός
más inmóvil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inmóvil
αρσενικό πληθυντικό
inmóviles
θηλυκό ενικό
inmóvil
θηλυκό πληθυντικό
inmóviles
Παραδείγματα
Me quedé inmóvil por el miedo.
Παραμένω ακίνητος από φόβο.



























