inmóvil
i
i
i
nmó
ˈnmo
nmo
vil
bil
bil
móvil

Ορισμός και σημασία του "inmóvil"στα ισπανικά

01

ακίνητος, αμετακίνητος

que no se mueve o que está sin movimiento 
inmóvil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inmóvil
συγκριτικός βαθμός
más inmóvil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inmóvil
αρσενικό πληθυντικό
inmóviles
θηλυκό ενικό
inmóvil
θηλυκό πληθυντικό
inmóviles
Παραδείγματα
El paciente está inmóvil después de la operación. 

Ο ασθενής είναι ακίνητος μετά την εγχείρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store