Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
torcer
01
στραμπουλίζω, στραμπουλίζομαι
doblarse una parte del cuerpo de forma brusca causando dolor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
tuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tuerce
ενεστώτα μετοχή
torciendo
απλός αόριστος
me torcí
παθητική μετοχή
torcido,tuerto
Παραδείγματα
Nos torcimos los tobillos al correr en el campo.
Στριμώξαμε τους αστραγάλους μας τρέχοντας στο χωράφι.
02
λυγίζω, καμπυλώνω
doblar en una dirección diferente a la original
Παραδείγματα
El camino tuerce suavemente entre los árboles.
Το μονοπάτι στρίβει απαλά ανάμεσα στα δέντρα.



























