Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
áspero
01
τραχύς
que tiene una superficie rugosa o no suave al tacto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más áspero
συγκριτικός βαθμός
más áspero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
áspero
αρσενικό πληθυντικό
ásperos
θηλυκό ενικό
áspera
θηλυκό πληθυντικό
ásperas
Παραδείγματα
El tronco del árbol es muy áspero.
Ο κορμός του δέντρου είναι πολύ τραχύς.



























