Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predilecto
01
αγαπημένος
que es preferido o amado más que otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más predilecto
συγκριτικός βαθμός
más predilecto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
predilecto
αρσενικό πληθυντικό
predilectos
θηλυκό ενικό
predilecta
θηλυκό πληθυντικό
predilectas
Παραδείγματα
La música clásica es su género predilecto.
Η κλασική μουσική είναι το αγαπημένο της είδος.



























