el germen
ger
ˈxeɾ
kher
men
men
men

Ορισμός και σημασία του "germen"στα ισπανικά

01

μικρόβιο, βακτήριο

organismo muy pequeño que puede causar enfermedades 
el germen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gérmenes
Παραδείγματα
Los gérmenes pueden causar infecciones. 

Τα μικρόβια μπορούν να προκαλέσουν λοιμώξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store