Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descartar
01
απορρίπτω
rechazar o eliminar algo de consideración, selección o análisis; no aceptar
Παραδείγματα
El juez descartó la evidencia por ser insuficiente.
Ο δικαστής απέρριψε τα στοιχεία επειδή ήταν ανεπαρκή.
02
απορρίπτω
tirar una carta que no se quiere en un juego
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
descarto
γ΄ ενικό πρόσωπο
descarta
ενεστώτα μετοχή
descartando
απλός αόριστος
descarté
παθητική μετοχή
descartado
Παραδείγματα
¿ Quieres aprender a descartarte mejor en el póker?
Απορρίπτω βοηθά να απορρίπτετε καλύτερα τις κάρτες στο πόκερ.



























