Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La hidratación
01
ενυδάτωση
acción de aportar o mantener el nivel de agua en el cuerpo o la piel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La hidratación es esencial para una piel saludable.
Η ενυδάτωση είναι απαραίτητη για υγιή δέρμα.



























