facilitar
Pronunciation
/fˌaθilitˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "facilitar"στα ισπανικά

facilitar
[past form: facilité][present form: facilito]
01

διευκολύνω, καθιστώ ευκολότερο

hacer que algo sea más fácil o posible
facilitar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
facilito
γ΄ ενικό πρόσωπο
facilita
ενεστώτα μετοχή
facilitando
απλός αόριστος
facilité
παθητική μετοχή
facilitado
Παραδείγματα
El manual facilita la instalación del software.
Το εγχειρίδιο διευκολύνει την εγκατάσταση του λογισμικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store