Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rostro
01
πρόσωπο, μορφή
parte delantera de la cabeza donde están los ojos, la nariz y la boca
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rostros
Παραδείγματα
El rostro del bebé era muy dulce.
Το πρόσωπο του μωρού ήταν πολύ γλυκό.



























