Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La higiene
[gender: feminine]
01
υγιεινή
conjunto de prácticas para mantener la limpieza y prevenir enfermedades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Lavarse las manos es una medida básica de higiene.
Το πλύσιμο των χεριών είναι ένα βασικό μέτρο υγιεινής.



























