el ayudante
Pronunciation
/ˌajjuðˈante/

Ορισμός και σημασία του "ayudante"στα ισπανικά

01

βοηθός, υποβοηθός

persona que ayuda o asiste a otra en su trabajo o tarea
el ayudante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ayudantes
Παραδείγματα
Mi ayudante me ayuda con las tareas diarias.
Ο βοηθός μου με βοηθά με τις καθημερινές εργασίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store