el anticipo
an
an
αν
ti
ˈti
τι
ci
θi
θι
po
po
πο
teletipologotipoprototipoarquetipo

Ορισμός και σημασία του "anticipo"στα ισπανικά

01

προκαταβολή, προπληρωμή

dinero que se paga antes de recibir un producto o servicio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
anticipos
Παραδείγματα
Di un anticipo para reservar el coche. 

Έδωσα μια προκαταβολή για να κρατήσω το αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store