la mensualidad
mens
mens
μενσ
ua
wa
ουα
li
li
λι
dad
ˈðað
δαδ
mentalidad

Ορισμός και σημασία του "mensualidad"στα ισπανικά

La mensualidad
01

μηνιαίο εισόδημα, μηνιαίος μισθός

cantidad de dinero que se recibe o paga cada mes 
la mensualidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mensualidades
Παραδείγματα
Su mensualidad aumentó después del ascenso. 

Ο μηνιαίος του μισθός αυξήθηκε μετά την προαγωγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store