Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reformar
[past form: reformé][present form: reformo]
01
ανακαινίζω
modificar o mejorar algo para dejarlo en mejor estado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reformo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reforma
ενεστώτα μετοχή
reformando
απλός αόριστος
reformé
παθητική μετοχή
reformado
Παραδείγματα
Estamos reformando la oficina para que sea más cómoda.
Μεταρρυθμίζουμε το γραφείο για να το κάνουμε πιο άνετο.
02
μεταρρυθμίζω, αλλάζω
hacer cambios o modificaciones en algo
Παραδείγματα
Reformaron el reglamento para hacerlo más justo.



























