Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reformar
01
ανακαινίζω
modificar o mejorar algo para dejarlo en mejor estado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reformo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reforma
ενεστώτα μετοχή
reformando
απλός αόριστος
reformé
παθητική μετοχή
reformado
Παραδείγματα
Van a reformar la cocina este verano.
Πρόκειται να αναμορφώσουν την κουζίνα αυτό το καλοκαίρι.
02
μεταρρυθμίζω, αλλάζω
hacer cambios o modificaciones en algo
Παραδείγματα
Quieren reformar las reglas del juego.



























