Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beneficioso
01
ωφέλιμος, συμφέρων
que produce un bien o una ventaja
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más beneficioso
συγκριτικός βαθμός
más beneficioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
beneficioso
αρσενικό πληθυντικό
beneficiosos
θηλυκό ενικό
beneficiosa
θηλυκό πληθυντικό
beneficiosas
Παραδείγματα
La lectura es una actividad muy beneficiosa.
Η ανάγνωση είναι μια πολύ ωφέλιμη δραστηριότητα.



























