Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La posibilidad
[gender: feminine]
01
δυνατότητα
circunstancia que permite que algo pueda suceder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
posibilidades
Παραδείγματα
¿ Qué posibilidad hay de éxito?
Ποια πιθανότητα υπάρχει επιτυχίας ;



























