Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gotear
01
σταλάζω, στάζω
caer gotas de un líquido poco a poco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
goteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
gotea
ενεστώτα μετοχή
goteando
απλός αόριστος
goteé
παθητική μετοχή
goteado
Παραδείγματα
El grifo no cierra bien y sigue goteando.
Η βρύση δεν κλείνει καλά και συνεχίζει να στάζει.



























