Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
torcido
01
στραβός, λυγισμένος
que no está recto o está doblado de forma irregular
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más torcido
συγκριτικός βαθμός
más torcido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
torcido
αρσενικό πληθυντικό
torcidos
θηλυκό ενικό
torcida
θηλυκό πληθυντικό
torcidas
Παραδείγματα
Tiene los dientes torcidos y necesita ortodoncia.
Έχει στραβά δόντια και χρειάζεται ορθοδοντική.



























