difundido
di
di
ντι
fun
fun
φουν
di
ˈdi
ντι
do
ðo
δο
contenidoprecavidodivertidoprohibido

Ορισμός και σημασία του "difundido"στα ισπανικά

01

διαδεδομένος

que está extendido o es conocido por muchas personas 
difundido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más difundido
συγκριτικός βαθμός
más difundido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
difundido
αρσενικό πληθυντικό
difundidos
θηλυκό ενικό
difundida
θηλυκό πληθυντικό
difundidas
θεματικό πεδίο
información, cultura, sociedad
Παραδείγματα
Es una costumbre muy difundida en el país. 

Είναι ένα πολύ διαδεδομένο έθιμο στη χώρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store