Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
difundido
01
διαδεδομένος
que está extendido o es conocido por muchas personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más difundido
συγκριτικός βαθμός
más difundido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
difundido
αρσενικό πληθυντικό
difundidos
θηλυκό ενικό
difundida
θηλυκό πληθυντικό
difundidas
Παραδείγματα
Es una costumbre muy difundida en el país.
Είναι ένα πολύ διαδεδομένο έθιμο στη χώρα.



























