Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La construcción
01
κατασκευή
proceso de hacer edificios u otras estructuras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
construcciones
Παραδείγματα
La construcción del puente tomará dos años.
Η κατασκευή της γέφυρας θα διαρκέσει δύο χρόνια.



























