Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El presupuesto
01
προϋπολογισμός, προγραμματισμένο ποσό
cantidad de dinero planificada para gastar en un proyecto o actividad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
presupuestos
Παραδείγματα
El presupuesto para la construcción es muy alto.
Ο προϋπολογισμός για την κατασκευή είναι πολύ υψηλός.



























