Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aparejador
01
επιβλέπων οικοδομής, συντονιστής εργοταξίου
profesional que supervisa y coordina la construcción y controla los costes de una obra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aparejadores
Παραδείγματα
El aparejador revisó el presupuesto de la obra.
Ο επόπτης οικοδομής εξέτασε τον προϋπολογισμό του έργου.



























