el aparejador
a
a
a
pa
pa
pa
re
ɾe
re
ja
xa
kha
dor
ˈðoɾ
dhor
aparadorapartador

Ορισμός και σημασία του "aparejador"στα ισπανικά

01

επιβλέπων οικοδομής, συντονιστής εργοταξίου

profesional que supervisa y coordina la construcción y controla los costes de una obra 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aparejadores
Παραδείγματα
El aparejador revisó el presupuesto de la obra. 

Ο επόπτης οικοδομής εξέτασε τον προϋπολογισμό του έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store