Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tarima
01
πάτωμα, παρκέ
superficie de madera o material similar que se usa para cubrir el suelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tarimas
Παραδείγματα
La tarima de la terraza necesita mantenimiento.
Το ξύλινο δάπεδο της βεράντας χρειάζεται συντήρηση.



























