el cañería
Pronunciation
/kˌaɲɛɾˈia/

Ορισμός και σημασία του "cañería"στα ισπανικά

El cañería
[gender: masculine]
01

σωλήνωση, υδραυλική εγκατάσταση

conjunto de tubos por donde circula agua, gas u otro líquido en un edificio
el cañería definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cañerías
Παραδείγματα
La cañería del baño está atascada.
Ο σωλήνας του μπάνιου είναι φραγμένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store