procurar
pro
pɾo
pro
cu
ku
koo
rar
ˈɾaɾ
rar
procesar

Ορισμός και σημασία του "procurar"στα ισπανικά

procurar
01

διασφαλίζω, προσπαθώ

intentar o hacer lo posible para conseguir o asegurar algo 
procurar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
procuró
γ΄ ενικό πρόσωπο
procura
ενεστώτα μετοχή
procurando
απλός αόριστος
procuré
παθητική μετοχή
procurado
Παραδείγματα
Procura llegar a tiempo a la reunión. 

Προσπαθήστε να φτάσετε στην ώρα στη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store