Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
procurar
01
διασφαλίζω, προσπαθώ
intentar o hacer lo posible para conseguir o asegurar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
procuró
γ΄ ενικό πρόσωπο
procura
ενεστώτα μετοχή
procurando
απλός αόριστος
procuré
παθητική μετοχή
procurado
Παραδείγματα
Procura llegar a tiempo a la reunión.
Προσπαθήστε να φτάσετε στην ώρα στη συνάντηση.



























