Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
procurar
[past form: procuré][present form: procuro]
01
διασφαλίζω, προσπαθώ
intentar o hacer lo posible para conseguir o asegurar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
procuró
γ΄ ενικό πρόσωπο
procura
ενεστώτα μετοχή
procurando
απλός αόριστος
procuré
παθητική μετοχή
procurado
Παραδείγματα
Procura descansar bien antes del examen.
Προσπάθησε να ξεκουραστείς καλά πριν από τις εξετάσεις.



























