alimentar
Pronunciation
/ˌalimɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "alimentar"στα ισπανικά

alimentar
01

ταΐζω

dar comida o nutrir a una persona, animal o planta
alimentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alimento
γ΄ ενικό πρόσωπο
alimenta
ενεστώτα μετοχή
alimentando
απλός αόριστος
alimenté
παθητική μετοχή
alimentado
Παραδείγματα
Ellos alimentan a los peces en el acuario.
Αυτοί ταΐζουν τα ψάρια στο ενυδρείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store