la pizca
piz
ˈpiθ
pith
ca
ka
ka
pizza

Ορισμός και σημασία του "pizca"στα ισπανικά

01

πινελιά, μικρή ποσότητα

pequeña cantidad de algo, especialmente sal o especias 
la pizca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pizcas
Παραδείγματα
Agrega una pizca de sal a la sopa. 

Προσθέστε μια πρέζα αλάτι στη σούπα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store