empanado
em
em
em
pa
pa
pa
na
ˈna
na
do
ðo
dho
empañadoempacadoempeñadoempachado

Ορισμός και σημασία του "empanado"στα ισπανικά

01

παναρισμένος, καλυμμένος με τριμμένη φρυγανιά

cubierto con pan rallado antes de freír o cocinar 
empanado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más empanado
συγκριτικός βαθμός
más empanado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
empanado
αρσενικό πληθυντικό
empanados
θηλυκό ενικό
empanada
θηλυκό πληθυντικό
empanadas
Παραδείγματα
El pollo empanado es mi plato favorito. 

Το παναρισμένο κοτόπουλο είναι το αγαπημένο μου πιάτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store