empanado
Pronunciation
/ˌempanˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "empanado"στα ισπανικά

01

παναρισμένος, καλυμμένος με τριμμένη φρυγανιά

cubierto con pan rallado antes de freír o cocinar
empanado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más empanado
συγκριτικός βαθμός
más empanado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
empanado
αρσενικό πληθυντικό
empanados
θηλυκό ενικό
empanada
θηλυκό πληθυντικό
empanadas
Παραδείγματα
El empanado quedó dorado y sabroso.
Το παναρισμα βγήκε χρυσό και νόστιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store