la mora
mo
ˈmo
μο
ra
ɾa
ρα
morsa

Ορισμός και σημασία του "mora"στα ισπανικά

01

βατόμουρο, μαύρο μούρο

fruto pequeño, negro y dulce que crece en arbustos 
la mora definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
moras
Παραδείγματα
Me gusta comer moras en el verano. 

Μου αρέσει να τρώω βατόμουρα το καλοκαίρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

demora
mora
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store