Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escasear
01
λείπω, είμαι σπάνιος
haber poca cantidad de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escaseo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escasea
ενεστώτα μετοχή
escaseando
απλός αόριστος
escaseé
παθητική μετοχή
escaseado
Παραδείγματα
Durante la guerra, los suministros escaseaban.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι προμήθειες έλειπαν.



























