escasear
es
es
εσ
ca
ka
κα
sear
ˈseaɾ
σεαρ
escarbarescamparescanearescaldar

Ορισμός και σημασία του "escasear"στα ισπανικά

escasear
01

λείπω, είμαι σπάνιος

haber poca cantidad de algo 
escasear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escaseo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escasea
ενεστώτα μετοχή
escaseando
απλός αόριστος
escaseé
παθητική μετοχή
escaseado
Παραδείγματα
En invierno, el agua suele escasear en esta región. 

Το χειμώνα, το νερό είναι συνήθως δύσκολο να βρεθεί σε αυτήν την περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store