escasear
Pronunciation
/ˌeskaseˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "escasear"στα ισπανικά

escasear
01

λείπω, είμαι σπάνιος

haber poca cantidad de algo
escasear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escaseo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escasea
ενεστώτα μετοχή
escaseando
απλός αόριστος
escaseé
παθητική μετοχή
escaseado
Παραδείγματα
Durante la guerra, los suministros escaseaban.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι προμήθειες έλειπαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store