Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La disponibilidad
01
διαθεσιμότητα
posibilidad de acceder o usar algo cuando se necesita
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
disponibilidades
Παραδείγματα
La disponibilidad del libro en la biblioteca es limitada.
Η διαθεσιμότητα του βιβλίου στη βιβλιοθήκη είναι περιορισμένη.



























