Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multinacional
01
πολυεθνικός, διεθνής
que pertenece o se relaciona con una empresa o entidad que opera en varios países
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
multinacional
αρσενικό πληθυντικό
multinacionales
θηλυκό ενικό
multinacional
θηλυκό πληθυντικό
multinacionales
Παραδείγματα
Los productos multinacionales suelen ser reconocidos globalmente.
Τα πολυεθνικά προϊόντα συνήθως αναγνωρίζονται παγκοσμίως.



























