la jornada
jor
xoɾ
khor
na
ˈna
na
da
ða
dha
pulgadaGranadabandadaportada

Ορισμός και σημασία του "jornada"στα ισπανικά

01

εργάσιμη ημέρα

período de tiempo durante el día dedicado al trabajo 
la jornada definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
jornadas
Παραδείγματα
La jornada laboral comienza a las ocho de la mañana. 

Η εργάσιμη ημέρα ξεκινά στις οκτώ το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store