Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El profesional
01
επαγγελματίας, ειδικός
persona que ejerce una actividad como ocupación habitual y con preparación específica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
profesionales
Παραδείγματα
El evento reunió a muchos profesionales del sector.
Η εκδήλωση συγκέντρωσε πολλούς επαγγελματίες του κλάδου.
profesional
01
επαγγελματικός, ικανός
relacionado con una profesión o realizado con competencia y preparación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
profesional
αρσενικό πληθυντικό
profesionales
θηλυκό ενικό
profesional
θηλυκό πληθυντικό
profesionales
Παραδείγματα
El desarrollo profesional es clave para el crecimiento laboral.
Η επαγγελματική ανάπτυξη είναι κρίσιμη για την επαγγελματική ανάπτυξη.



























