el interino
in
in
in
te
te
te
ri
ˈɾi
ri
no
no
no
intestinointerno

Ορισμός και σημασία του "interino"στα ισπανικά

01

προσωρινός εργαζόμενος, προσωρινός υπάλληλος

persona que trabaja temporalmente en un puesto 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
interinos
αρσενικό ενικό
interino
θηλυκό ενικό
interina
neutral form
trabajador temporal
Παραδείγματα
El interino cubre la ausencia del empleado titular. 

Ο προσωρινός εργαζόμενος καλύπτει την απουσία του μόνιμου υπαλλήλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store