Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El proceso
01
διαδικασία
conjunto de acciones o pasos para lograr un resultado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
procesos
Παραδείγματα
El proceso legal puede tardar varios meses.
Η νομική διαδικασία μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες.
02
διαδικασία, δίκη
la serie de actos formales ante una autoridad judicial para resolver un litigio o aplicar la ley
Παραδείγματα
Un error en el proceso puede ser motivo para una apelación.
Ένα σφάλμα στη διαδικασία μπορεί να αποτελέσει λόγο για έφεση.



























