Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supervisar
01
εποπτεύω
vigilar o controlar que un trabajo o actividad se realice correctamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
superviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
supervisa
ενεστώτα μετοχή
supervisando
απλός αόριστος
supervisé
παθητική μετοχή
supervisado
Παραδείγματα
Ella supervisa el proyecto para asegurar la calidad.
Αυτή εποπτεύει το έργο για να διασφαλίσει την ποιότητα.



























