supervisar
Pronunciation
/sˌupɛɾβisˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "supervisar"στα ισπανικά

supervisar
01

εποπτεύω

vigilar o controlar que un trabajo o actividad se realice correctamente
supervisar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
superviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
supervisa
ενεστώτα μετοχή
supervisando
απλός αόριστος
supervisé
παθητική μετοχή
supervisado
Παραδείγματα
Ella supervisa el proyecto para asegurar la calidad.
Αυτή εποπτεύει το έργο για να διασφαλίσει την ποιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store