Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coordinar
01
συντονίζω
organizar personas o cosas para que trabajen juntas de manera efectiva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
coordino
γ΄ ενικό πρόσωπο
coordina
ενεστώτα μετοχή
coordinando
απλός αόριστος
coordiné
παθητική μετοχή
coordinado
Παραδείγματα
Tenemos que coordinar las actividades para el evento.
Πρέπει να συντονίσουμε τις δραστηριότητες για την εκδήλωση.



























