Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encargado
01
υπεύθυνος
que tiene la responsabilidad de cuidar, dirigir o gestionar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más encargado
συγκριτικός βαθμός
más encargado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
encargado
αρσενικό πληθυντικό
encargados
θηλυκό ενικό
encargada
θηλυκό πληθυντικό
encargadas
Παραδείγματα
Estamos encargados de mantener la seguridad.
Είμαστε υπεύθυνοι για τη διατήρηση της ασφάλειας.



























